ΛΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΥΣ ΔΑΙΜΟΝΕΣ
Οπως αναφέραµε και παραπάνω, τα παλιά χωριά της επαρχίας µας, φυσικά και το χωριό µας, ιδρύθηκαν από κυνηγηµένους που ζητούσαν στα ερηµικά και πυκνοδασωµένα τόπια, σίγουρο καταφύγιο. Ετσι κτίσθηκαν µικροί οικισµοί αναγκαστικά «κλειστοί», γιατί δεν υπήρχαν µέσα επικοινωνίας και συγκοινωνίας, για να τους φέρει σ' επαφή µ' άλλους τόπους. Η έλλειψη σxoλείων επίσης δεν άφηνε περιθώρια καλλιέργειας του νού. Ετσι αναπτύχθηκαν σιγά-σιγά οι δεισιδαιµονίες, οι προλήψεις. Οι άνθρωποι ακαλλιέργητοι άρχισαν να «βλέπουν .. διάφορους ίσκιους στους οποίους έδιναν υπερφυσική διάσταση. Μ' αυτό τον τρόπο δηµιουργήθηκαν τα φαντάσµατα, τα στοιχειά, τα δαιµονικά συνεργεία, οι νεράιδες. Στην ανάπτυξη αυτών βοήθησε πολύ η νοσηρή φαντασία µερικών, ακόµα και το περιπαιχτικό πνεύµα διάφορων χωρατατζήδων, που σκάρωναν τέτοιες φάρσες µε φαντάσµατα σε βάρος «αλαφρών» συγχωριανών τους.
Ετσι πολλοί «αλαφροϊσκιωτοι» πίστεψαν ότι «είδαν». Αλλωστε είναι ευκολο µέσα στη νύχτα, µια και όσο ψύχραιµος είναι κανένας το σκοτάδι σκιάζει, ένα καψαλισµένο δέντρο να γίνει αράπης µια µικρή φωτιά, που άναψε ένας ξωµάχος στην ερηµιά, να γίνει δαιµονικό στέκι, τα νταούλια που κτυπάνε στο πανηγύρι διπλανού χωριού, να γίνουν τύµπανα δαιµονικών συνεργείων. Στις ατέλειωτες νύχτες του χειµώνα κοντά στο τζάκι οι παραµυθάδες ήταν ανεξάντλητοι σε ιστορίες µε στοιχειά και φαντάσµατα.
Ετσι αν ήθελε κανένας να τις καταχωρήσει, θα ήθελε πολλές σελίδες, θα περιορισθούµε όµως πιο κάτω στις σηµαντικότερες, για να δώσουµε ένα δείγµα των λαϊκών αυτών ιστοριών, που από στόµα σε στόµα έφτασαν σε µας και φανερώνουν ένα κομμάτι απ' την βασανισμένη ζωή των προγόνων μας.
Βέβαια οι προλήψεις και δεισιδαιμονίες κι οι άλλες μαγείες που το σκοτάδι της αμάθειας τις προκάλεσε και τις διάδοσε, σήμερα δεν έχουν πέραση. Ο πολιτισμός, το άνοιγμα των συνόρων, η τεχνολογική πρόοδος άνοιξαν καινούργιους ορίζοντες στο πνεύμα του ανθρώπου, για να μείνουν τα φαντάσματα και οι νεράϊδες απολιθωμένα μνημεία μιας παλιάς εποχής. Παρ' όλα αυτά διάχυτη υπάρχει η πίστη ότι τη νύχτα βγαίνουν διάφορες εξωγήινες δυνάμεις του κακού, δαίμονες, αερικά, ανεμικα, ξωτικα, στοιχειά, νεράιδες, λάμιες, που βέβαια δεν θέλουν το καλό των ανθρώπων που θα συναντήσουν. Τα εξωγήινα αυτά όντα φοβούνται τη φωτιά, το λιβάνι, τό αλάτι, το μπαρούτι και τον Σταυρό. Γι' αυτό πιστεύουν οι συνετοί άνθρωποι, που αναγκάζονται να βγαίνουν την νύχτα, ότι πρέπει νά 'χουν πάντοτε μαζί τους ενα φυλαχτάρι ή σταυρουδόκι. Σαν συναντήσεις τον «εξαποδω» σ' οποιαδήποτε μορφή, φρόνιμο είναι να μη μιλήσεις, γιατί κινδυνεύεις να σου πάρει την μιλιά. Πολλοί, που είχαν την κακή τύχη να συναντήσουν τέτοιες εξωγήινες κακές δυνάμεις, «άντεσαν» (παρέλυσαν, κουτσάθηκαν), σ' άλλους «νέρωσε το αίμα τους» , άλλοι «θερμάθηκαν»,άλλοι «πάρθηκαν» , άλλοι «χαβώθηκαν», άλλοι «βουίστηκαν». Τα ανεμικά οι μαγίστρες τα δένουν την νύχτα αμίλητες γύρω από ρημοκλησιά ... Στο σημείο αυτό θα αναφέρουμε δυο πραγματικά περιστατικά που μας δίνουν ένα μικρό δείγμα του τρόπου που δημιουργήθηκαν οι δοξασίες γύρω από τα δαιµονικά.
Περιστατικό 1ο
Κάποτε τ' Αι - Γιαννιού (29 Αυγούστου) τη νύχτα η γριά Ραμπαούνω, αδελφή του γέρου Νίκου, πότιζε στη Λουγγούλα στην ακροποταμιά. Άκουγε νταούλια συνέχεια και τόσο καθαρά που ώρα στην ώρα καρτέραε να φανεί συμπεθερικό από διαόλους. Σκιαζότανε και καθώς είχε συντροφιά ένα αγγόνι της, που κοιμότανε πάνω σε κάτι μπάλες από τριφύλλι, του φώναζε κάθε τόσο «ούρέ πιδίµ, τί κάν'ς», Εκείνο απλογιόταν «καλά είµαι βάβα». Αυτό έγινε πολλές φορές χωρίς να πάρει χαμπάρι το μικρό τι γινόταν, για να μη λαβατώσει. Το μυστήριο λύθηκε την άλλη μέρα το πρωί απ' τον γιό της τον Ραμπαουνοβασίλη.Εξήγησε στην γριά ότι στον Αι - Γιάννη στη Δερβέκιστα γινόταν πανηγύρι με νταούλια. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας η ποταμιά έπαιξε το ρόλο ηχητικού καναλιού κι έφερε τον ήχο των νταουλιών κοντά της.
Περιστατικό 2ο
Ο Ραµπαουναντώνης ήταν δάσκαλος στην Αρτοτίβα. Ένα απόγιοµα µετά το μάθημα ξεκίνησε για τη Δορβιτσά. Όταν έφτασε στην Λαζινιά, τον έπιασε για καλό η νύχτα. Το τοπίο, που και την ημέρα είναι άγριο, δημιουργούσε μια καταθλιπτική ατμόσφαιρα. Ενώ προχωρούσε βλέπει μπροστά του ένα πελώριο παπά με το «καμπλάφι» του να τον ζυγώνει. Στην αρχή τρεμούλιαξε και πήγε να το βάλει στα πόδια για να γλιτώσει, ύστερα όμως σκέφτηκε πιο ψύχραιμα, εσκυψε, πήρε μια πέτρα και την πέταξε πάνω στον γιγαντόσωμο ίσκιο. Ενα γκούπ ακούστηκε. Τότε κατάλαβε ότι δεν ήταν παρά ένας καψαλιασμένος ξέρακας που με την φαντασία του τον έντυσε με ράσα.
0ι ιστορίες για τα στοιχειά και τ' άλλα αερικά τελειωμό δεν έχουν. ‘Οσο πιο μεγάλη είναι η φαντασία κι η αφέλεια, τόσο πιο πολλές είναι και οι σχετικές ιστορίες. Μερικοί απ' τους γερόντους, που διηγούνται τέτοιες ιστορίες, είτε γιατί τις πιστεύουν είτε γιατί κάνουν ότι τις πιστεύουν, τις λένε µέ τέτοια πειστικότητα και ζωντανό τρόπο, που καµιά φορά διερωτάσαι «λες νά 'ναι σωστά όλα τούτα;». Να σου λέει κάποιος είδα με τα μάτια μου μέρα μεσημέρι στην Αγία Τριάδα ολόκληρο βζωνικό ν' ανεβαίνει κατά τον Καρδαρά, κι απ' το φόβο μου έμεινα 40 μέρες άρρωστος στο κρεβάτι.
Άλλοι σου λένε στις Μουρσκές βγαίνει μια γυναίκα αμίλητη, στον Κεφαλόβρυσο «ένα ζαγαράκι», πιο κάτω «ένας παπάς που χάνεται κατά το Κουτσομύλι», στο Διακόπι «βγαίνει χαμόδρακας», στις κοτρώνες «βγαίνουν κιτρινομαντιλούδες νεράιδες », πιο πέρα κάτι άλλο και ενα σωρό άλλα αποκυήματα της φαντασίας.
Χρήσιμο όμως είναι να δώσουμε ένα δείγμα των λαϊκών αυτών ιστοριών κατά κατηγορίες:
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Κάθε χωριό σου λένε, έχει το στοιχειό του, πού 'ναι ακοίμητος φρουρός της ασφάλειας και της ησυχίας του. Όσο το στοιχειό είναι γερό, το χωριό ευτυχεί και ευημερεί, σαν όμως πάθει κακό, τότε πέφτει δυστυχία κι αρρώστια. Το στοιχειό δεν μένει ακίνητο σ' ένα μέρος, αλλά κάνει περιπολίες σ' όλη την κοινοτική περιφέρεια και μάλιστα πολλές φορές παλεύει με τα στοιχειά των γειτονοχωριών. Έτσι το Δορβιτσώτικο στοιχειό στη λαϊκή φαντασία παλεύει πότε με το Ποκιστιάνικο στα Διχαλορέματα, πότε με το Πλατανιώτικο στον Κότσαλο, πότε με το Στρανωμίτικο στην Μελέζα και πότε με το Σιμιώτικο στην Λάκα του Ξύδη. Βέβαια η λαϊκή Δορβιτσώτικη περηφάνεια φέρνει πάντα το Δορβιτσώτικο στοιχειό να νικάει όλα τ' άλλα...
Πρώτη Ιστορία
«Στην ρεματιά της Μελέζας, που χωρίζει τα δυο χωριά, σκληρά παλεύουν το Δορβιτσιώτικο στοιχειό µε το Στρανωµίτικο. Άν κανένας αποκτήσει και περάσει απο εκεί τη νύχτα θα ακούσει τις στριγκλιές και τα μουγκρητά των στοιχειών στη θανάσιμη πάλη τους. Στο χωριό του νικημένου πέφτει θανατικό ... Έχουν να λένε ότι ποτέ στη Δορβιτσά δεν έπεσε βαριά αρρώστια... »
Δεύτερη Ιστορία
Μα, παππούλη, δεν υπάρχουν αερικά και στοιχειά, φαντασίες είναι όλα αυτά, λέγαμε στον παππούλη μας το γέρο Χαράλαμπο. -Ναι, σας λέου, μά τ'ν αλήθεια, υπάρχνε, τάδα με μάτια μ' φώναζε ο παππούλης, θεός σχωρέστον.
«Ηταν νύκτα, σκοτάδ' δεν έγλεπες ούτε τ' μύτη σ’ ρχόμ' να απ' τά πράιματα. Ξάφνου γλιέπου πίσου μ' ένα σκλί τρανό σάν άλογου. Σε λιγάκι τό γλιέπου νά μικραίν' και να γίνιτι σα μσκάρ. Προυχωράου, τράου δίπλα μ' κι γλιέπου ένα κταβάκι. Σάν σίμωσα στ'ν αμπάρα τ' σπιτιού τού κτάβ έβγαλε μιά στριγκλιά κι ξαφανίσκι. Ήταν πιδιά μ' τό στοιχειό» έλεγε ο παππούλης κάνοντας το σταυρό του.
Τρίτη Ιστορία
Ό Χαρλαμποάννης, ό πιρδάρης τού χωριού, διηγόταν τις μεγάλες χειμωνιάτικες νύχτες.
«Ενα μαγιάτικο βράδυ μπήκε στ' αμπέλι του Μανικοθαγγέλη, στην Πλατανόβρυση, που ήταν γεμάτο βλαστάρι, ένα μουλάρι ψαρί. Πήγα να το βγάλω έξω, για να μην καταστρέψει τ' αμπέλι, άλλ' αυτό δεν έλεγε να βγει. Νόμισα ότι θάναι Στρανωμίτικο το μουλάρι και έπιασα καραούλι στον «Σταυρό», αλλ' αυτό δεν πέρασε. Το πρωί πήγα στ' αμπέλι να εκτιμήσω τη ζημιά, αλλά δεν είδα ούτε ένα σπασμένο βλαστάρι, ούτε ντορό. Είναι φως φανάρι ότι το μουλάρι ήταν το Στοιχειό».
Τέταρτη Ιστορία
«Στό χωριό τα παλιά τα χρόνια ζούσε ένα δυνατό και ατρομο παλικάρι. Από ποιά γενιά ήταν ξεχάστηκε τώρα. Ετσι όποιος διηγιέται την ιστορία, υποστηρίζει οτι ήταν απ' το δικό του σόι. Γι' αυτό και εμείς θα τον λέμε ‘Αφοβο. Ήταν μεσάνυχτα κι ο Άφοβος ήταν στην Πλατανόβρυση. Ξάφνου παρουσιάζεται μπροστά του ένας νέος γεροδεμένος με κάτασπρες φουστανέλες. Γεια σου ορέ Άφοβε.
- Καλώς το παλικάρι, πώς από δω τέτοια ώρα; Έλα κάτσε, να πιείς κρύο νερό και να μου τα πείς...
Ο νέος ακούμπησε την πλάτη του πάνω στην μάντρα κι άρχισε να μιλάει:
- Άφοβε έχω ακουστά για σένα ότι είσαι δυνατό και τίµιο παλικάρι, γι' αυτό θέλω να με βοηθήσεις. Είμαι το στοιχειό τού χωριού σου κι αύριο το βράδυ τέτοια ώρα θα παλέψω με τό στοιχειό της Στράνωμας, πού 'ναι πιο μεγάλο και πιο δυνατό από μένα. Αυτό θάχει χρώμα σταχτί κι γώ μαύρο. ΄Αν με νικήσει τ' άλλο στοιχειό, θα ξεπαστρευτεί η Δορβιτσά, α ν όμως νικήσω εγώ, στ' άλλο χωριό θα κλάψουν μανούλες. Για να νικήσω όμως, θα κάνεις ότι σου πώ. Θα πάρεις ένα κλαδευτήρι με μακρύ κοντάρι και θα το τροχίσεις καλά σε λαδάκονο, θά σκάψεις μ' ένα γκασμά ένα λάκκο βαθύ στη βρυσούλα, κοντά στη ρεµατιά κι εκεί θα κρυφτείς. Σαν κολώσω στό λάκκο το εχθρικό στοιχειό θα το χτυπήσεις στα γρήγορα στα πόδια με το κλαδευτήρι. ΄Ετσι έκανε ο Άφοβος. Την αλλη νύχτα το Δορβιτσώτικο στοιχειό παρουσιάστηκε σαν μαύρος ταύρος και περίμενε τον σταχτή ταύρο. Κάποια στιγμή ακούστηκε φοβερό μουγκρητό και στο διάβα του σειόταν ο τόπος όλος, ερχόταν το στοιχειό της Στράνωμας. Άρχισε η θανάσιμη και λυσσασμένη πάλη. Σαν πέρασε λίγη ώρα τα δυο στοιχειά πλησίασαν στο λάκκο. Ο Άφοβος γρήγορα - γρήγορα χτύπησε το σταχτί στοιχειό στα πόδια, που έφυγε μουγκρίζοντας για το χωριό του. Μολογάνε ότι τότε στη Στράνωμα έπεσε πολύ θανατικό ... »
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΝΕΡΑΪΔΕΣ
Πέμπτη Ιστορία
«Στου παπαδήμ' τ' αλώνι» το νεραϊδάλωνο, κάθε μεσημέρι ανέβαιναν ύστερα από δροσερό μπάνιο στο ποταμάκι, τον Κότσαλο, κοπέλες ασπρομαντηλούδες και λυγερές και έπιαναν χορό, ενώ, τα παθιάρικα τραγούδια τους αντηχούσαν στις γύρω ρεματιές. Σωστό πανηγύρι είχαν οι νεράιδες κι αλίμονο στον θνητό που θα τάραζε το γλέντι τους.
Μολογάνε ότι κάποιος άσκεφτος Δορβιτσώτης, που το τόλµησε έµεινε σαράντα μέρες στό κρεβάτι, απ' την ταλαιπωρία πού 'παθε απ' τις νεράιδες « Νάτες, νάτες, στα ρείκια χορεύουν.Η Κάλω πάει μπροστά ... » φώναζε ο άρρωστος στους εφιάλτες του.
Έκτη Ιστορία
«Στης Στεφανούς το λάκκο πού 'ναι πιο κάτω απ' τα Ισιώµατα, το καλοκαίρι, το καταµεσήµερο, χτυπούσαν νταούλια και καραµούζες και οι νεράιδες έστηναν χορό. Ένα μεσημέρι κρυμμένος πίσω από μια κοτρώνα ο ΄Αφοβος καραούλιζε τις πανέμορφες νεράιδες στον ξέφρενο χορευτικό ρυθμό. Ολες ήταν όμορφες, μια όμως ξεχώριζε, ήταν η Πούλια τ' ουρανού!!Ο Άφοβος θαμπώθηκε απ' τη χάρη και την ομορφιά!! Θόλωσε ο νούς του κι όρμησε σα σίφουνας απάνω της και τής άρπαξε το μαντίλι. Αυτό ήταν, χωρίς το μαντίλι της η νεράιδα χάνει τη δύναμή της, γίνεται ιδια με μας τους ανθρώπους.
Η Πεντάμορφη ήθελε, δεν ήθελε ακολούθησε τον Άφοβο στο καλύβι του.Ο Άφοβος δεν ακουγε τα παρακάλια της νεράιδας να την αφήσει λεύτερη να γυρίσει στον δικό της κοσµο και την παντρεύτηκε. Κλείδωσε το μαντίλι στο φουρτσέρι κι είχε πάντα το κλειδί επάνω του, για να μην μπορέσει να το πάρει η νεράιδα.Ο Άφοβος πήγαινε στις δουλειές κι η Πεντάμορφη έγινε μια καλή νοικοκυρά. Οι άλλες νεράιδες τη βοηθούσαν, κουβαλούσαν ξύλα και τα πόστιαζαν στην αυλή σε καμάρες. Πέρασε ένας χρόνος κι η Πεντάμορφη γέννησε ένα πανέμορφο αγόρι.
Μια μέρα ο Άφοβος ξέχασε το κλειδί στο καλύβι.Η Πεντάμορφη ξεκλείδωσε, άρπαξε το μαντίλι και γύρισε στις νεραϊδοσπηλιές. Όταν απουσίαζε ο 'Αφοβος, γύριζε στο καλύβι θήλαζε το παιδί της κι έκανε όλες τις δουλειές, όπως πρώτα. Ο Αφοβος είχε σκυλιάσει απ' το κακό του και καραδοκούσε να τη γδικιωθεί.
Μια μέρα κρύφτηκε και καθώς η Πεντάμορφη ήταν αφοσιωμένη στο παιδί, της άρπαξε το μαντίλι και ετοιμαζόταν να το πετάξει στη φωτιά. Η νεράιδα επεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να µην το κάνει αυτό, γιατί θα την καταστρέψει. Ο 'Αφοβος όμως με θολωμένο μυαλό δεν άκουσε τα παρακάλια και πέταξε το μαντίλι στη φωτιά. Τότε ένας κρότος δυνατός ακούστηκε κι η νεράιδα έσκασε. Οι νεράιδες μια μέρα πού λειπε απ' το καλύβι ο Άφοβος πήραν εκδίκηση και έπνιξαν το νεραϊδογέννητο παιδί στον Κότσαλο».
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΙΑΡΙΑ
Έβδομη Ιστορία
Ήταν δωδεκαήμερο κι ο γέρο Παπανδρεογιάννης ήταν στο κονάκι του στη Λαζινιά, όπου είχε τη στάνη του. Ξάφνου ήρθαν τα καρκαντζόιρα κι άρχισαν να χοροπηδάνε γύρω του. Ο γέρος κρυφά, έκαιγε την κάπα του.
- «Γιατί καίς Μπαρµπαγιάννη την κάπα σ';» τάχα ρωτούσαν.
Τσιμουδιά ο γέρος!
Σαν λάλησαν τα κοκόρια ξαφανίστηκαν τό καρκαντζόιρα».
Όγδοη Ιστορία
Ο Μπαρμπαντώνης, ένας παλιός γέρο Δορβιτσιώτης, είχε βάλει στοίχημα μ' άλλους χωριανούς να ψήσει στον Κούμαρο στη ρεματιά ένα σφάγιο μια μέρα του δωδεκαήμερου.
Ψύχραιμος καθώς ήταν ξεκίνησε αποβραδίς. Μάζεψε ξερόκλαδα, άναψε φωτιά, έβαλε το ψιμάρνι στη σούβλα κι άρχισε να το ψήνει απέναντι απ' τη δική του φωτιά νά σου ήλθαν απρόσκλητοι μουσαφιραίοι τα καρκαντζόιρα, σούφλισαν µια µσιάκα καί τού 'λεγαν:
«Αντώνη, Αντώνη, το δικό σου λιπώνει, το δικό μας δεν λιπώνει». Αυτός όμως αδιάφορος έκανε τη δουλειά του, κάπνιζε το τσιμπούκι του και δεν μιλούσε. Σαν τέλειωσε το ψήσιμο μάζεψε τη σπούρνη και ξαφνικά την έριξε πάνω στα καρκαντζόιρια. Αυτό τσουρουφλίστηκαν και τσιρίζοντας έτρεξαν στον αρχηγό τους τον αρχικαλικάντζαρο.Ο γέρο - Αντώνης έβαλε στον ώμο του την σούβλα και πήρε τον δρόμο για το χωριό. Οι καλικάντζαροι, που πήραν διαταγή απ' τον αρχηγό τους να τον πιάσουν και να τον πάνε κοντά του, έτρεχαν ξωπίσω του, για να τον φτάσουν. Μύριζαν το ξίγκι πού 'σταζε απ' το σοuφλί κι έλεγαν ο ένας στόν άλλο: «Εδώ πάει, εκεί πάει, πού θα µας πάει, θα τον τσακώσουµε». Ηταν στον Αι-Νικόλα, όταν άρχισαν να λαλούν οι κοκόροι. Άσπρος κόκορας λαλεί, ας λαλεί κι ας παταλαλεί, μαύρος κόκορας λαλεί, πάμε μαύρες τρύπες να πιάσουμε». Τά καρκαντζόιρα πήραν γρήγορα το δρόμο του γυρισμού, ενω ο γεραντώνης έφτανε στο χωριό θριαμβευτής».