|
H Δορβιτσά είναι ένα απο τα αρχαιότερα χωριά της Ναυπακτίας. Πότε ακριβώς ιδρύθηκε κανένας πιά δεν ξέρει. Το πιθανότερο είναι να κτίσθηκε μερικά χρόνια μετά την άλωση απο κυνηγημένους, που βρήκαν στα πυκνά δάση του χωριού σίγουρο καταφύγιο. Είναι βέβαιο ότι η περιοχή καλυπτόταν από πυκνά δάση δρυών, πουρναριών και γαύρων. Τι έγιναν όμως τα δάση; Η απάντηση είναι εύκολη, όσο και θλιβερή. Τα κατάστρεψε η φωτιά και το τσεκούρι. Μολογάνε ότι τεράστιοι κορμοί δε νδρων τοποθετούνταν στα θεμέλια των σπιτιών, όταν το έδαφος ήταν σαθρό, γιατί τότε τα τσιμέντα καί τα σιδερα ήταν ακόμα άγνωστα. Τώρα τα απομεινάρια του παλιου πυκνοδάσους δεν φοβούνται τους προαιώνιους εχθρούς τους, η αγάπη και η φροντίδα των Δορβιτσωτών τα προστατεύει.
Ποιοί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού, κανένας δεν θυμάται σήμερα. Ο Σωτήρης Κωτσόπουλος γράφει ότιιθαγενής κάτοικος του χωριού ήταν ο Κ. Μάνταλος. Αυτό όμως δεν επιβεβαιώνεται από άλλη πηγή. Πάντως στη Στράνωμα ύπαρχει τοπωνύμιο «στο Μάνταλο» και ο Μανταλής αγωνιστής διασώζεται στους καταλόγους τού στρατηγού Άνδρ. Σιαφάκα. Ίδρυτές του Μοναστηριού της Απελακιώτισσας που, σύμφωνα με την παράδοση κτίσθηκε ύστερα από την ανεύρεση της εικόνας της Παναγίας κατά το 1455 ήταν, καθώς λένε, οι Δορβιτσώτες καλόγεροι Σαμουήλ και Αντώνιος. Μάλιστα, ο Σαμουήλ ήταν ο ένας απο τους καλογέρους πού έφερε στο μοναστήρι το χέρι του Αγίου Πολυκάρπου το 1475 από τη Σμύρνη.
Το παλιότερο έγγραφο στοιχείο γύρω από το χωριό είναι ενα έγγραφο του Σεπτέμβρη του 1770. Σύμφωνα με αυτό οι Λευτεριάνοι πούλησαν το κτήμα του Βαρένoυ προς «τους τιμιωτάτους και προστάτες του Βιλαγετίου Kραβάρου». Η πώληση έγινε σε πολλούς προύχοντες διαφόρων χωριών, όπως «… τους προς τον κυρ Κωσταντή και Δημάκη και λοιπούς Τεροβιτζιότες». Τώρα ποιοί είναι αυτοί οι Δορβιτσιώτες πρόκριτοι είναι άγνωστο. Ακόμα ενα έγγραφο του 1791 όπου υπογράφει από την «Τιροβητζά ο Παντελογιάννης». Υστερα μια θύμηση του 1795, που έγραψε σ' ένα παλιό Ευαγγέλιο ένας γερόπαπας ό Παπαδημήτρης Τσοπέλης. Στη θύμηση αυτή εκτός από τους Τσοπελαίους σήμερα Παπαϊωανναίους, αναφέρονται ο Ταρανοχρήστος, ο Μελίσσης και ο Παντελογιώργος. Επίσης σε έγγραφο του 1823 υπογράφουν "από Τεροβιτζά ο παπαντρίας κουτζονικολόπουλος και ο Σιάχος. Στις 20 Δεκεμβρίου 1844 οι κάτοικοι του Δήμου Προσχίου με αναφορά τους προς την Βουλή των Ελλήνων ζητούν να επανιδρυθεί το Μοναστήρι της Χόµορης, η Παναγιά η Καβαδιώτισσα, που καταργήθηκε το 1834. Απ' την Τουρβητζά, όπως την αναφέρουν, υπογράφουν:
Αναγνώστης Μανίκας
Γιάννος Γιωργαράς
Ν. Παντιλής
Παναγής Ταρνανας
Γιώργος Κανελής
Αντρέας Παίσιος
Κωσταντής Παίσιος
Επικυρούται η γνησιότης των όπισθεν και ανωτέρω υπογραφών.
Ο Πάρεδρος Δηµήτρης Σιάχος.
Ετσι, από τις αρχαιότερες οικογένειες του χωριού µας είναι οι Τσοπελαίοι, Ταρωνάδες, οι Μελισσαίοι καί Παντελαίοι. Σ' αυτούς πρέπει να προσθέσουµε τους Παϊσαίους, τους Γιωργαραίους, τους Παχουµαίους, τους Αγραφιταίους, τους Παπαντριαίους, τους Ντοτζικαίους, τους Γεωργαλαίους, τους Μακραίους, τους Μανικαίους. τους Ασηµακακαίους, τους Γιαννοπουλαίους, τους Σιαχαίους, τους Κανελαίους και άλλους που ξεχάστηκαν τώρα τα ονόµατά τους. Στους επαναστατικούς και µετεπαναστατικούς χρόνους κατοίκησαν στο χωριό οι Σταυραίοι,οι Χαραλαµποπουλαίοι, οι Στουρναραίοι, Λυτραίοι, οι Mαλαµαίoι, οι Σκερπαναίοι, οι Καλτσαναίοι και άλλοι.
Πολύ ενδιαφέρον για την ιστορία το χωριού, έχει το έγγραφο από το Αρχείο του Αλή Πασά (Γεννάδιος Βιβλιοθήκη αρ. εγγρ. 456). Δυστυχώς το έγγραφο αυτό δεν είναι χρονολογημένο για να γνωρίσουμε ακριβώς πότε εγκαταλείφθηκε προσωρινά το χωριό. Βέβαια, τούτο έγινε κατά την θητεία του Αλή Πασά ως Σατράπη των Ιωαννίνων και μάλλον στα μεσαία χρόνια της σατραπείας του. Πιθανολογούμε ότι τούτο συνέβη γύρω στα 1812. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, σκλάβοι Τερουβιτζιώτες που κατοικούν σ' ένα μικρό χωριό των Κραβάρων απευθύνονται στον Αλή Πασά και του θέτουν το μεγάλο πρόβλημα τους. Τον προηγούμενο χρόνο είχαν εγκαταλείψει όλοι οι χωριανοι το χωριό τους. Αιτία της συλλογικής φυγής ήταν η καταχρέωση από τη βαριά φορολογία. Τον επόμενο χρόνο οι Τερουβιτζιώτες ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του Αλή Πασά να επανοικήσουν οι φευγάτοι τον εγκαταλειμμένο χώρο. Έτσι επέστρεψαν στο έρημο χωριό τους. Δεν επέστρεφαν όμως όλοι. Μερικοί προτίμησαν να ριζώσουν σ' άλλο τόπο. Το χρέος της Κοινότητας ήταν απαιτητό και μάλιστα αυξημένο κατά μία φωτιά. Οι Τερουβιτζιώτες επικαλούνται την συλλογική ευθύνη και ζητούν από τον Αλή Πασά να διατάξει να συμμετάσχουν και οι φυγάδες στην καταβολή του χρέους. Ακόμα ζητούν να παραμείνει η φορολογία τους στις 6,5 φωτιές. Όπως είναι αντιληπτό λόγω της βαριάς φορολογίας εγκατέλειψαν το χωριό. Ηταν μόνο 6,5 φωτιές (νοικοκυριά).
Το έγγραφο είναι πολύτιμο για την ιστορία της επαρχίας μας γιατί δείχνει τη δύσκολη κατάσταση στην οποια βρίσκονταν τα χωριά των Κραβάρων. Και δεν ήταν μόνο η Δορβιτσά που ερημώθηκε. Ήταν η Κλεπά που στα 1763 «εχάλασε από μπόρση το πολύ όπου εχρώσταγε το χωριό...» Πιθανολογείται ότι και άλλα χωριά είχαν ερημωθεί από την βαριά φορολογία.
Το έγγραφο είναι ευκολοδιάβαστο και χωρίς πολλά ορθογραφικά λάθη. Τούτο σημαίνει ότι γράφηκε από γραμματισμένο της εποχής. Ίσως από κάποιο καλόγερο. Γιατί η Δορβιτσά από τους χρόνους της ίδρυσης της είχε παράδοση στη μοναστική ζωή.
|