|
Το βορειότερο κομμάτι της Ναυπακτίας, δυσπρόσιτο, άγονο με δαιδαλώδεις κορυφογραμμές και βαθιές χαράδρες ονομάζεται Κράβαρα. Για την ονομασία υπάρχουν αρκετές εκδοχές όπως, από τη λέξη Κράβαρι. Το τοπωνύμιο έλκει την ονομασία από τους Αλβανούς κατά μία εκδοχή. Την εποχή εκείνη περιοχές σαν την ορεινή Ναυπακτία τις ονόμαζαν Κράβαρι που σήμαινε τόπο πετρώδη, κρημνώδη , απότομο. Και άλλες περιοχές στην Ελλάδα έφεραν αυτό το όνομα λόγω της μορφολογίας του εδάφους που όμως με τα χρόνια μετονομάστηκαν. Τέτοιες μπορούμε να αναφέρουμε: Στην Αρκαδία, δυτικά της Τεγέας, που μετονομάστηκε Βόρειον Όρος. ή στην Ήπειρο στο νομό Πρεβέζης, κοντά στο Λούρο ποταμό το χωριό Κράβαρι που μετονομάστηκε σε Άνω Ράχη. Επιτέλους έμαθα τι σημαίνει το : «Από τα Κράβαρα κατέβηκες;»
Μια από τις πιο ορεινές περιοχές της χώρας μας είναι η περιοχή της Ναυπακτίας .Αρχίζει εκεί που τελειώνει η Πίνδος και οριοθετείται ανατολικά από τα Βαρδούσια, βόρεια από την Οξυά, βορειοδυτικά από το Παναιτωλικό, νότια από τον Κορινθιακό κόλπο και τον ποταμό Μόρνο, με τον Εύηνο και τον παραπόταμο του, Κότσαλο.
Η άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι πήρε το όνομα εξ αιτίας των κατοίκων της, οι οποίοι ήταν εξαιρετικοί πολεμιστές και όταν συγκρούονταν με τους Τούρκους φώναζαν μεταξύ τους «στην κάρα βαρείτε», οπότε σε παραφθορά δημιουργήθηκε η λέξη Κραβαρίται, είτε τα Κράβαρα είναι παραφθορά της λέξης «Ακρώρειαι» που σημαίνει βουνοκορφές, επίσης «Κράκουρα» που σημαίνει κακοτράχαλες πλαγιές και στη συνέχεια Κράβαρα. Κατά μια άλλη ερμηνεία της λέξης σημαίνει γελαδότοπος Ενώ μια τελευταία εκδοχή , από μελέτη Τουρκάλας Πανεπιστημιακού το όνομα προέρχεται από κάποιον κάτοικο που έδωσε το όνομά του στην περιοχή.*
* ( Βάσει γραπτών στοιχείων τουρκικών πηγών, το όνομα ΚΡΑΒΑΡΑ δόθηκε σε αυτή την περιοχή, από τους τιμαριούχους, που ανήκαν στην ελίτ (εκλεκτή) χριστιανική οικογένεια KRAVAR και στους απογόνους της, όπως αποδεικνύεται από επίσημα Φορολογικά Κατάστιχα (Defteri) των Τρικάλων του 1454-55 (αναλυτικό ΜΜ 10) και του 1466-67 (συνοπτικό ΜΜ 66), σύμφωνα και με τις συνήθειες εκείνων των εποχών. Είναι δε γνωστο ότι, κατά τον Μεσαίωνα (476-1453), η κοινωνία ήταν συγκροτημένη σε δύο τάξεις, των ευγενών και των δουλοπάροικων.Την ανωτέρω βάσιμη άποψη, για την ονομασία ΚΡΑΒΑΡΑ, υποστηρίζει και η καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας κ. Melek Delilbasi, Προϊσταμένη του Τμήματος Βυζαντινής Ιστορίας του Πανεπιστημίου και της Εθνικής Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών, σε ανακοίνωσή της σε Συμπόσιο, που οργανώθηκε στο Ρέθυμνο, από 10-12 Ιανουαρίου 2003, από το Πανεπιστήμιο Κρήτης. Είναι δε η άποψη αυτή αντίθετη προς όλες τις απόψεις, που έχουν υποστηριχθεί μέχρι σήμερα.Οι ανακοινώσεις του Συμποσίου περιλαμβάνονται στην έκδοση «Provincial Elites in the Ottoman Empire» του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών (εκδότης Α. Αναστασόπουλος), Ρέθυμνο 2005, σελίδες 367 (Κάτοπτρο, 40 ευρώ).Στη μελέτη της κ. Delilbasi, (σελ. 87-114), με τίτλο «Christian Sipahis in the Tirhala Taxation Register (Fifteenth and Sixteenth Centuries»), (Χριστιανοί Τιμαριούχοι στα Φορολογικά Κατάστιχα των Τρικάλων, 15ος και 16ος αιώνας), εξετάζονται τρεις γενιές των οικογενειών KRAVAR (ή Κiravaldi) και ΜΙΚRΑ (σε περιοχές βορειοδυτικά των Κραβάρων), που αντιστοιχούν σε περίοδο περίπου 100 ετών. Στο Κατάστιχο του 1454-55 (σελ. 239β) αναφέρονται τέσσερις απόγονοι των KRAVAR.Στις οικογένειες KRAVAR ανήκαν 50 χωριά το 1454-55 (Defteri MM 10) και 38 το 1466-67 (Defteri MM 66). Από τα Τιμάρια της οικογένειας KRAVAR (1454-55), που μοιράσθηκαν σε τέσσερις απογόνους, οκτώ χωριά (Σινίτσα, Ζιλίστα, Πέρνοβα, Κλεπά, Παλούκοβα κλπ), Τιμαριούχων δεύτερης γενιάς KRAVAR, δόθηκαν στις οικογένειες MIKRA.
Στη μεγάλη διοικητική περιφέρεια (Βιλαέτι) των Τρικάλων υπάγονταν 112 Τιμάρια, δηλαδή αγροτικές περιοχές που παραχωρούσε ο σουλτάνος σε στρατιωτικούς (τιμαριούχοι). Κατά την κα Delilbasi τα εν λόγω Τιμάρια ήταν 89 μουσουλμανικά, 20 χριστιανικά, (με ένταξη ατόμων ή οικογενειών εκλεκτών – ευγενών τάξεων), και 3 μικτά.Η κα Melek Delilbasi με έχει ενημερώσει, με επιστολή της, ότι η «KRAVAR FAMILY» αποτελεί αντικείμενο συνεχιζόμενης μελέτης της.Εξάλλου, σε χάρτη Άγγλου αυτοκρατορικού γεωγράφου (1827), η εν λόγω περιοχή μας ονομάζεται KRAVARI, από το όνομα εξέχοντα φεουδαλικού ηγέτη της Βυζαντινής περιόδου, (324-1453), οι οικογένειες του οποίου ήταν ιδιοκτήτες μεγάλου τιμαρίου στην περιοχή, μετά την προσάρτησή της από τους Οθωμανούς).
Στις αμέτρητες αθέατες πλαγιές που σχηματίζονται από τις επάλληλες ράχες αναπτύχθηκε ένα σύνολο πολύ μικρών οικισμών που στην εποχή της Τουρκοκρατίας συγκέντρωσαν σημαντικό πληθυσμό από τους αγρότες της πεδινής Αιτωλίας.
Τα Κράβαρα έμειναν απομονωμένα επί αιώνες όπου οι κάτοικοι πάλευαν να τιθασεύσουν το άγονο έδαφος και έτσι έμεινε παροιμιώδες ότι ο Κραβαρίτης σήμαινε φτωχός μέχρις εσχάτων και συχνά οι γείτονες από τις πεδινές περιοχές περιέπαιζαν τους Κραβαρίτες με στίχους και τραγούδια. Σε απάντηση οι Κραβαρίτες ανέπτυξαν ένα δικό τους γλωσσικό ιδίωμα τα «μπολιάρικα» μια γλώσσα παραφρασμένων και αυτοσχεδίων λέξεων.
Ο αγώνας τους να ριζώσουν στον τόπο τους αποτυπώνεται στη προσπάθεια τους να δαμάσουν τα βραχώδη εδάφη και να τα κάνουν καλλιεργήσιμα. Έτσι δημιούργησαν τις πεζούλες με τις αλλεπάλληλες ξερολιθιές που είναι ίσως οι μεγαλύτερες σε έκταση στον ορεινό χώρο. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα ο οικιστικός ιστος των Κραβάρων κατέληξε σε μια πολυπυρηνική δομή οργανωμένη σε ομάδες οικισμών γύρω από τα κεφαλοχώρια , την Αράχωβα, την Κλεπά, τον Πλάτανο, την Άνω χώρα , την Αμπελακιώτισσα και αρκετά άλλα .
Η περιοχή είναι συνδεδεμένη κυρίως με τον μύθο του θανάτου του Ηρακλή που περιγράφεται στις «Τραχίνιες» του Σοφοκλή.
Ο μύθος της Αιτωλίας σχετίζεται με τον Οινέα βασιλιά της Καλυδώνας και την γυναίκα του την Αλθαία. Παιδιά τους ήταν ο Μελέαγρος και η Δηιάνειρα η οποία παντρεύτηκε τον Ηρακλή. Μετά τον γάμο τους έμειναν ένα διάστημα στην Καλυδώνα και μετά τον φόνο του Ευρύνομου, συγγενή του Οινέα αυτοεξορίστηκαν στην Τραχίνα ,που εικάζεται πως είναι τα σημερινά Κράβαρα .Πέρασαν από τον Εύηνο όπου έμενε ο Κένταυρος Νέσσος και περνούσε τους οδοιπόρους στην άλλη όχθη έναντι αμοιβής. Ο Νέσσος έφθασε στην περιοχή αφού γλίτωσε άπω την εξόντωση των Κενταύρων στο δάσος της Φολόης . Ο Νέσσος αρπάζει την Δηιάνειρα και ενώ διέσχιζε τον Εύηνο τον σκοτώνει ο Ηρακλής με το τόξο του.Ο Σοφοκλής συνδέει τον μύθο με την σύγκρουση του Ηρακλή και Ευρύτου, τον φόνο του Ιφίτου και την πολύχρονη σκλαβιά του στην Ομφάλη, πράγμα που γίνεται αφορμή για την καταστροφή της Οιχαλίας και την αρπαγή της Ιόλης. Η αρπαγή της Ιόλης προκαλεί τη ζήλια της Δηιάνειρας και σε συνδυασμό με τη μακρά απουσία του Ηρακλή στέλνει τον χιτώνα του Νέσσου βουτηγμένο στο δηλητηριασμένο αίμα του και προκαλεί τον θάνατο του Ηρακλή.

Ηρακλής Δηϊάνειρα και Νέσσος.
Μελανόμορφη Υδρία 575-550. Λούβρο
Κατά την αρχαιότητα, κέντρο της Αιτωλικής συμπολιτείας ήταν το Θέρμο μεγάλη πόλη γεμάτη ναούς και αγάλματα όπου γινόταν το Παναιτωλικό συνέδριο δυο φορές τον χρόνο.
Το 780-902μΧ εισβάλλουν οι Σλάβοι οι οποίοι όμως εγκατέλειψαν γρήγορα την περιοχή αλλά έμεινα τα τοπωνύμια. Το 969-1028μΧ. κατέβηκαν οι Βούλγαροι νέα την ήττα τους στον Σπερχειό από τον βυζαντινό στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό.
Όταν οι Ενετοί κατέλαβαν την περιοχή της Ναυπάκτου, δεν προχώρησαν στην ενδοχώρα εξ αιτίας της γεωφυσικής δυσκολίας.
Από την περιοχή πέρασαν Ρωμαίοι, Νορμανδοί, Αλβανοί. Οι Τούρκοι κατέκτησαν την πεδινή Ναυπακτία και επειδή η δύσβατη και ανυπότακτη επαρχία δεν επέτρεπε τις επισκέψεις, ενέταξαν το ορεινό κομμάτι στο αρματολίκι των Αγράφων περιοριζόμενοι να παίρνουν μόνο κεφαλικό φόρο. Έτσι αυτοί που κατέφυγαν εκείνη την εποχή στα Κράβαρα ανέπνεαν ελεύθερο αέρα.
Στην Αμπελακιώτισσα λειτουργεί ακόμη η μονή της Παναγίας της Αμπελακιώτισσας κτισμένη το 1455 με σπάνιας τέχνης ξυλόγλυπτο τέμπλο.
στοιχεία από: δημοσίευση της Κ. Κατσώρη ,
Εφημ. Ναυπακτιακη (Ευγενία Καραγιάννη)
Λέξεις και παροιμιώδεις φράσεις (Τάκη Νατσούλη),
Nafpaktia.com (Γρηγ. Βαρελά)
Βασ. Κ. Ραμπαουνη (έρευνα).
|