ΜΠΟΥΛΙΑΡΙΚΑ
Γενικά
Τα Κραβαροχώρια είναι γνωστά και ως Μπουλιαροχώρια. Χωριά δηλαδή από τα οποία ξεκινούσαν οι περιπλανώμενοι Μπουλιαραίοι πού έκαναν δουλειές του ποδαριού (φωτογράφοι, ζητιάνοι, μικροπωλητές, εμπειρικοί γιατροί, ξορκιστές κ.λπ) και κάλυπταν όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά έφταναν μέχρι το εξωτερικό. Οι Μπουλιαραίοι, όπως και οι Βλάχοι χρησιμοποιούσαν συνθηματική γλώσσα, τα μπουλιάρικα, για να μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους για τις επαγγελματικές και λοιπές ανάγκες τους.
Η γλώσσα τους ήταν μίγμα από άλλες συνθηματικές γλώσσες διαφόρων διαμερισμάτων της χώρας μας, ρουμάνικα, σέρβικα, τούρκικα κ.λπ όπου ταξίδευαν για καλύτερη τύχη.
Επίση οι Λαγκαδιανοί χτίστες (ορεινή Αρκαδία) χρησιμοποιούσαν, συνθηματική γλώσσα για να συνεννοούνται μεταξύ τους χωρίς τα λεγόμενα τους να γίνονται αντιληπτά από τους γύρω. Σκοπός ήταν να προφυλάξουν τα συμφέροντά τους, να ξεγελάσουν το νοικοκύρη, να αμυνθούν απέναντι στην αρνητική άποψη που είχε γι’ αυτούς ο κοινωνικός περίγυρος. Την τοπικής εμβέλειας συνθηματική γλώσσα που χρησιμοποίησαν ονόμαζαν Μπολιάρικα ή Ρεκουναίικα.
| Μπορείτε να κάνετε σύγκριση της συνθηματικής γλώσσας των Λαγκαδινών μαστόρων με τα δικά μας τα μπουλιάρικα | |
|---|---|
| Κερές | ο άνδρας |
| Κότενα | η γυναίκα |
| Βερδίλης - λο | ο γέρος – η γριά |
| Μαλέτσικο – πούλα | το μικρό αγόρι – κορίτσι |
| Κρίκονες | οι μαστόροι – οι χτίστες |
| Γλαβίζω | βλέπω – παρακολουθώ |
| Μπάνικο | καλό – όμορφο |
| Φωτεράω | λέγω – αποκαλύπτω – παρουσιάζω |
| Μπουλεύω | φεύγω |
| Μπίτισε | έπεσε – γκρεμίστηκε – πέθανε |
| Πατέλος | χωροφύλακας – αστυνομικός γενικά |
| Ζαντός – ντή | χαζός –ή, κάποιος με ελάττωμα |
| Τσιαχτάι | φαγητό |
| Μαζαράκι | το κρέας |
| Κωνσταντάρας | το τυρί |
| Γιάρμενα | οι φακές |
| Κέρτεζη | τα φασόλια |
| Κουβαράς | το κρασί |
| Μπούλιζες | οι κότες |
| Μαγκαρίνι | το γαϊδούρι |
| Γρέτσιασε | έσφαξε |
| Σιόρωσε | μέθυσε |
| Κουτσιάστηκε | χτύπησε, τραυματίστηκε |
| Βρονταμάς | το ετοιμόρροπο, έτοιμο να βυθίσει |
| Στήλωνε – στηλωτά | πρόσεχε μη σε αντιληφθούν |
| Ζαμπόχα | το σπαρμένο χωράφι |
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
…Συνεχίζοντας νότια, τα έλατα μοιάζουν να οριοθετούν το τοπίο και ο δρόμος ελίσσεται ανάμεσα τους. Η θέα της ορεινής Ναυπακτίας είναι εντυπωσιακή. Αριστερά στο βάθος πάνω από τις κορφές των ελάτων φαίνονται τα Βαρδούσια με τις αιχμηρές, πριονωτές κορυφές τους. Δεξιά μας λαμπυρίζει στο απογευματινό φως το εντυπωσιακό φράγμα του Αγίου Δημητρίου με τον Εύηνο ποταμό να σχίζει στα δυο τα όρη της Ναυπακτίας. Αράχοβα (όχι η γνωστή), Κλεπά, Άγιος Δημήτριος, Περίστα. Τα πανέμορφα αυτά χωριά σαν ζωγραφιές αποτυπώνονται στο μυαλό μας. Ανηφορίζουμε στο φιδίσιο δρόμο από το φράγμα και αφού περνάμε από το πασίγνωστο «Χάνι του Λιόλιου» κατηφορίζουμε για το άλλο μεγάλο και παραδοσιακό χωριό της Ναυπακτίας, τον Πλάτανο. Ένα καλοδιατηρημένο χωριό με τα λιθανάγλυφα σπίτια της γειτονιάς του «Ροντήρη».
Ο ήλιος αρχίζει σιγά -σιγά να βασιλεύει. Βρισκόμαστε στα Κράβαρα, μια μεγάλη περιοχή του νόμου Αιτωλοακαρνανίας και κατά ένα μέρος του νομού Ευρυτανίας. Όλοι όσοι ακούνε τη λέξη Κράβαρα αναρωτιούνται που άραγε βρίσκεται αυτή η περιοχή της Ελλάδος. Λίγοι όμως γνωρίζουν τα περίπου 45 χωριά που σώζονται σ αυτή την «άγνωστη» γωνία του νόμου Αιτωλοακαρνανίας, ενώ κάποιοι έχουν περάσει από εκεί χωρίς να το καταλάβουν. Οι Κραβαρίτες είναι έξυπνοι και επιτήδειοι άνθρωποι, ράτσα ξεχωριστή. Ήταν Μάιος του 1890 και ο μεγάλος πεζογράφος Ανδρέας Καρκαβίτσας μετατίθεται σαν έφεδρος ανθυπίατρος για τη φρουρά του Μεσολογγίου. Τότε επισκέπτεται για πρώτη φορά τα Κράβαρα και τη ίδια χρονιά δημοσιεύει στο περιοδικό Εστία « τις Οδοιπορικές του σημειώσεις που προκαλούν σάλο. Γράφει λοιπόν για τους Κραβαρίτες «Ουδέν υπομονητικότερων ούτε πεισματωδέστερον αυτών. Έθεσαν ως σκοπόν του βίου των να γελάσωσι την ανθρωπότητα και το πράττουν. Τίποτε δεν τους εμποδίζει ούτε η φύσις, ούτε οι νόμοι, ούτε οι γλώσσα, ούτε τα ήθη, ούτε οι άνθρωποι, ούτε τα θηρία. Εμπρός πάντα Εμπρός. Ας διαρρέει ο βίος άχαρις, άτερπης και αγέλαστος αρκεί να γεμίζει το κεμέρι….(κομπόδεμα )»
Κείμενο σκέτο καταπέλτης για τη φτωχή και απομονωμένη γωνία της Ελλάδος.
Η μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τους χαρακτηρίζει υποκριτές, αγύρτες, αλήτες, ζητιάνους. Ο Καρκαβίτσας όμως συνεχίζει και το 1895 στα αποσπάσματα του μεγάλου έργο του «Ο Ζητιάνος». Κεντρικός ήρωας ο φοβερός Τζιριτόκωστας ,ένας Κραβαριτης «….Ήταν από τον τόπο που συμμαζώνει στα στενά του σύνορα την ασυμμάζευτην ιστορία της ελληνικής ζητιανιάς » γράφει ο Καρκαβίτσας.
Αν δει κανείς ακόμη και σήμερα την γεωγραφική ενότητα των Κραβάρων να αιωρείται πάνω στις βουνίσιες ορθοπλαγιές γεμάτες με πεζούλες της φτώχειας, μπορεί εύκολα να καταλάβει και να δικαιολογήσει τους ανθρώπους που ζούσαν και ζουν εδώ. Αν εξέλιξαν τη ζητιανιά και την έκαναν επάγγελμα ήταν από ανάγκη. Από την άλλη ήταν και τρομερά έξυπνοι. Ενώ μεταμορφώνονταν σε σακάτες, τυφλούς κλπ είχαν και απαράμιλλη ευφράδεια λόγου, τρομερή αντίληψη και ήταν σε θέση να πουλήσουν τα περίφημα βοτάνια τους όπως το σερνικοβότανο. Ταξίδευαν πολύ και σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Γύριζαν στα Βαλκάνια, στη Ρωσία, μετανάστευσαν στην Αμερική μαζικά και γύριζαν όλοι με χρυσάφι. Σύντροφος σε κάθε ταξίδι η περίφημη μαγκούρα που χιλιογδαρμένη από τα δαγκώματα των σκύλων επέστρεφε σπίτι. Πολλοί σε εκείνοι την μαγκούρα έκρυβαν τις λίρες που μάζευαν μια -μια υπομένοντας βάσανα και κακουχίες .Δεν είναι τυχαίο ότι με την αξεπέραστη εξυπνάδα τους πολλοί είναι από τους μεγαλύτερους χρυσοχόους της Ελλάδος με μεγάλες περιουσίες. Στην κουβέντα τους χρησιμοποιούσαν τα «μπολιάρικα» μια σπάνια και περίεργη διάλεκτο με σλαβικές και τουρκικές ρίζες. Τέλος όσον αφορά την ονομασία Κράβαρα προέρχεται όπως ισχυρίζονται οι ντόπιοι από τη φράση «Στην κάρα βαρείτε» που έλεγαν κατά της συμπλοκές με τους Τούρκους…
ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, που γεννήθηκε το 1866 στα Λεχαινά Ηλείας, έγινε από πολύ νωρίς ευρύτερα γνωστός, κυρίως από τις αναφορές του στην ανέκαθεν παραγκωνισμένη Ναυπακτία. Το 1890 έβλεπε το φως της δημοσιότητας από το περιοδικό ΕΣΤΙΑ το έργο του: «Κράβαρα—Οδοιπορικά, σημειώσεις» (Αριθ, φ. 41-52).
Τόσο με το έργο αυτό, αλλά κυρίως με το έργο του «Ο Ζητιάνος» που κυκλοφόρησε λίγο αργότερα, άρχισε μεγάλη διαμάχη μεταξύ αυτού και των Ναυπακτίων φοιτητών που τον έκανε γνωστό στο ευρύ κοινό. Σε επιστολή που έστειλε ο Καρκαβίτσας το 1891 στο περιοδικό «Πνευματική ζωή» γράφει:
«Οι Κραβαρίται —ευχαρίστως σου γράφω— εφιλοτημήθησαν να μου κάμουν μεγάλην ρεκλάμαν, που ούτε εις το όνειρο μου επερίμενα ποτέ, ούτε θα την απέκτων και αν έκαμνα εκατοντάδα διηγημάτων έξοχων. Εχολώθησαν οι άνθρωποι παρεξηγήσαντες τα όσα έγραψα εις την «Εστίαν» δια τον τόπο τους και άρχισαν εις τας εφημερίδας μέγαν πάταγον δια την βεβήλωσιν του οποίον έκαμα εγώ ο υβριστής. Και δεν αρκεί τούτο, αλλ' εζήτησαν εν σώματι και πνεύματι την τιμωρίαν μου από το Υπουργείον και τούτο εν τω δικαιώματί του, μ' ετιμώρησε με εικοσαήμερον κράτησιν παράθεσαν όλην την περικοπήν του έργου προς δικαιολόγησιν της αποφάσεως του. Δεν με μέλει δια την τιμωρίαν, όσο με μέλει διότι εστρέβλωσαν όλην την περικοπήν και θ'αναγνωσθεί ούτως εστρεβλωμένη, χωρίς να βγαίνει έννοια, εις όλους τους στρατιωτικούς κύκλους του Αρχηγείου.
Αλλ' οι Κραβαρίται δεν ηρκέσθησαν έως εδώ. Μ' έστειλαν δύο προσκλήσεις μονομαχίας μέχρι τούδε, κι εγώ διόρισα τον Ρούκην μαρτυρά μου κι είναι πιθανόν μετά την λήξιν της ποινής μου να κουμπουριασθούμε. Αλλά πάντοτε, εννοείς ρωμαίικο χουμπούριασμα. Τώρα έρχονται άλλοι με όλως αντιθέτως διαθέσεις κι εγώ ποζάρω τώρα ως μέγας συγγραφέας κι έχει ακόμα ο θεός! Τα επερίμενες συ από εμένα αυτά; Εγώ ποτέ».
ΜΑΝ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ : Ελληνικές συνθηματικές γλώσσες
…Oύτε θα παραξενευτούμε πως οι Kραβαρίτες διακοναραίοι τσιλίζουν τα μπολιάρικα, μιλούν τα συνθηματικά στο Tσιλιγράδι ή όπου αλλού τους πάει η τεμπελιά και... το επάγγελμά . Oι μπολιάρηδες αυτοί αφήνουν τα φτωχά χωριά των βουνών του Kράβαρου και σκορπίζονται στα κέντρα όμως Eλλάδας –άλλοτε και της Aνατολής ως τη Pωσία- για να ζήσουν, συνήθως ζητιανεύοντας…
…Boliar λένε στα νοτιοσλαβικά ιδιώματα το βογιάρο, τον πλούσιο, τον ευγενή, το σπουδαίο, και θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως με αυτάρεσκο χιούμορ είχαν πάρει το όνομα αυτό οι μπολιάρηδές . Kατά τον καθηγητή κ. Kουκουλέ ωστόσο μπολιάρηδες ήταν οι απόγονοι των εμβολαρίων, των ζητιάνων που καταφεύγαν στα μπεζεστένια της Πόλης, στους εμβόλους (δρόμους στεγασμένους), όπου πουλιούνταν τρόφιμα και άλλα, και αυτοί «αργοί και πένητες της βασιλευούσης οι ταις επισκεπέσι των λεωφόρων, αίπερ έμβολοι λέγονται, περινοστούντες και εμφωλεύοντες και παρασίτων τάξιν ή κολάκων ή το γε αληθέστερον ειπείν προσαιτών (ζητιάνων) επέχοντες» (Mιχ. Aτταλειάτης 275, 23). Bλ. Kουκουλέ, Mπολιάρης, Eπετ. Eταιρ. Bυζαντ. Σπουδ. 3 (1926) 334.
–‘Εχομε και τα βουλγ. Boliar, σερβοκροατ. Boliar (πρβ. Και βογιάρος) ‘ευγενής, πλούσιος, σπουδαίος’.
ΠΕΡΙ ΜΠΟΥΛΙΑΡΗΔΩΝ
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ απόσπασμα από το έργο του Ιβάν ο τρομερός και οι μάρτυρες της ορθοδοξίας.
…M' αυτά και με άλλα τέτοια καμώματα, έβγαλε το όνομα "Tρομερός". O κόσμος τον έτρεμε. Για να εξοντώση τους άρχοντες Mπογιάρους, που εξουσιάζανε πριν στη Pωσία, τους έστειλε στα πιο μακρινά μέρη, προστάζοντας να αλλάζουνε τόπο βιαστικά, μαζί με τις οικογένειές τους και τους παραγυιούς τους. Tις διαταγές του τις κάνανε οι σωματοφύλακοί του που τους λέγανε "οπρίτσνικους", ώς έξι χιλιάδες καβαλλάρηδες, που τρέχανε σαν να πετούσανε σε κάθε μεριά της Pωσίας, έχοντας κρεμασμένα από τις σέλλες τους ένα σκυλίσιο κεφάλι και μία σκούπα κι' απ' όπου περνούσανε δεν φύτρωνε χορτάρι. Bάζανε φωτιά στ' αρχοντικά, ατιμάζανε τις γυναίκες, σφάζανε και μπομπεύανε χωρίς να λογαριάσουνε τίποτα. Όλοι σκύβανε το κεφάλι στις προσταγές του τσάρου κι' ο θυμός του ήτανε για το λαό η οργή του Θεού. Mοναχά η Eκκλησία έπαιρνε το θάρρος να φωνάξη….
Περιοδικό FOCUS
…Ο Vlad Tepes Dracula, ενός ήταν το πραγματικό όνομά του, γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1431 στο φρούριο του Sighisoara στη Ρουμανία. Τον καιρό εκείνο, ο πατέρας του, Vlad Dracul, ήταν στρατιωτικός διοικητής ενός Τρανσυλβανίας, και ένα χρόνο πιο πριν, είχε εισαχθεί στο Τάγμα του Δράκου, κάτι παρόμοιο με το Τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών. Η είσοδος αυτή στο τάγμα έδωσε και το όνομα Dracula: Οι μπογιάροι της Ρουμανίας που ήξεραν τον Vlad και την είσοδό του στο Τάγμα, τον έλεγαν με το όνομα Dracul που στα ρουμανικά σημαίνει δράκος. Dracula στα ρουμάνικα σημαίνει «Ο ιός του Dracul» (το «a» δηλώνει κτητική). To 1442, o Dracula και ο αδερφός του Radu έπεσαν θύματα απαγωγής και κρατήθηκαν στην Τουρκία από τον σουλτάνο Murad τον 2ο. Ο Dracula κρατήθηκε στην Τουρκία μέχρι το 1448, ενώ ο αδερφός του έμεινα εκεί μέχρι το 1467. Οι Τούρκοι ελευθέρωσαν τον Dracula το 1447, ενημερώνοντάς τον για τη δολοφονία του πατέρα του από τον Vladislav τον 2ο. Ο Dracula ανέλαβε το θρόνο ενός Wallachia το 1456, και κυβέρνησε για 6 χρόνια, κατά τα οποία λέγεται ότι διέπραξε ενός αγριότητες. Το Πάσχα του 1456 συνέλαβε τις οικογένειες των μπογιάρων που είχαν παρευρεθεί στο πριγκιπικό δείπνο, παλούκωσε τους γηραιότερους, και ενός υπόλοιπους τους έβαλε να παρελάσουν από την πρωτεύουσα ως την πόλη του Poenari. Εκεί όσους επέζησαν, τους έβαλε να του χτίσουν ένα φρούριο στα ερείπια ενός παλιότερου προμαχώνα, που κοιτούσε στον ποταμό Arges…
ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
At the beginning Veliko Tarnovo's brewery produced beer called 'Balkan'. Till 1998 the beer had the name of 'Veliko Tarnovo's beer', but from 1999 it is transformed to 'Boliarka'. The high qualitative indices of the products brought 'BOLIARKA' fame worldwide. The type lager beer with extract content 15,5 % won five gold medals from Mond Selection and the award 'Palma' for high quality.
BOLIARKA: Από τις πιο φημισμένες μπύρες της Βουλγαρίας. Παρασκευάζεται στην πόλη Veliko – Tarnovo , παλιά πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Στην πόλη αυτή η λέξη-ρίζα bοliar αποτελεί συνθετικό ή προσδιοριστικό όρο όπως: traditional Bulgarian restaurant Boliarska Kashta (in Arbanassi). Hotel Boliari (located in the centre of the old town of Veliko Tarnovo, the ancient capital of Bulgaria), Hotel Boliarska Kashta καταστημάτων, ξενοδοχείων, προϊόντων (όπως η μπύρα) κλπ . Εκεί κοντά σε ένα χωριό το σημερινό Arbanschi βρίσκονταν και οι παραθεριστικές κατοικίες των άλλοτε ισχυρών βασιλικών οίκων.
Στην ιστορία της Ελλάδας o Γιάννης Κορδάτος αναφέρεται σε έλληνες από ορεινές περιοχές οι οποίοι για λόγους επιβίωσης ξενιτεύονταν σε τόπους όχι μόνο εντός Ελλάδας αλλά και σε χώρες των Βαλκανίων και της Ρωσίας. Αναφέρει δε χαρακτηριστικά πως στη Βουλγαρία κάποιοι από αυτούς είχαν καταφέρει να μπουν μέσα στην βασιλική αυλή και μάλιστα λόγω της εξυπνάδας τους πήραν υψηλές θέσεις . Οι άνθρωποι αυτοί λέγονταν μπολιάροι.
Σε ταξίδι μου στη Βουλγαρία επισκέφτηκα αυτά τα μέρη που πιο πάνω αναφέρω αγόρασα και ήπια τη μπύρα αυτή και ρώτησα τι θα πει μπουλιάρης. Η απάντηση : «Άνθρωπος του βασιλιά».
Ραμπαούνης Κ. Βασίλης